Σήμερα 16/11/17 είναι τα εγκαίνια της έκθεσης του μεγάλου Γερμανού καλλιτεxνη bernd Koberling στο μουσείο στο Ντύσσελντορφ . Ιδιαίτερη τιμή μου που μου ζήτησε την ανάλυση του ιστορικού του έργου . Αν κι επιστημονικο το κείμενο σας την παραθέτω για όσους ενδιαφέρονται για την σύγχρονη ιστορία της τέχνης . Here is my texte I wrote for the work of the great German artiste Berndt Koberling . Today is the opening . The next days I ll publish also this texte in English language which is in the catalogue of the exhibition .
Berndt Koberling : Στα βάθη του ζωγραφικού εαυτού
Ο 20ος αι., στο πλαίσιο μιας ριζοσπαστικής δυναμικής που στηρίχτηκε στη βιομηχανική επανάσταση, χρησιμοποίησε την avant-garde για να’ ρθει σε ρήξη με παραδοσιακές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Ειδικά στον εικαστικό χώρο, η προαναφερθείσα αντίληψη έπεσε σαν ένα είδος πολιτιστικής μπουλντόζας στις «καλές τέχνες» και θέλησε να ισοπεδώσει κάθε είδους εικαστική κληρονομιά, προτείνοντας στη θέση τους τους νεωτερικούς (modernes) πειραματισμούς. Επιτέθηκαν στο καλόν («ωραίον») των καλών τεχνών, σ’ αυτό που στηρίχτηκαν ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης για να βάλουν τις βάσεις της ποιητικής αισθητικής τους. Οι νεωτερικοί, στο πλαίσιο της «προόδου», πρότειναν μια μετα-αισθητική πορεία, μια μετα-αισθητική αρμονία του οξύμωρου, όπου το έργο τέχνης δεν υπάρχει ως τελικό προϊόν, αλλά ως πορεία και στρατηγική. Οι παραδοσιακές εικαστικές εκφράσεις της ζωγραφικής ή της γλυπτικής έδωσαν τη θέση τους σε δράσεις στον χώρο.
Πέρα από την σύγχυση των ορίων, αυτή η αντίληψη, που κορυφώθηκε στα χρόνια ’60-’70, έδωσε την αίσθηση ότι το έργο τέχνης μπορεί να γίνει απλά ένα λειτουργικό προϊόν μιας ευρύτερης εικαστικής παραγωγής που στόχο είχε μόνο τη διαρκή φορμαλιστική η εκφραστική μόνο ανανέωση, μη δίνοντας σημασία στο «νόημα» του έργου και στην αυτοαναζήτησή του ως γλώσσα, ως μικρό-κοσμο πάνω και μέσα στον οποίον ενσαρκωνόταν το φως και η ενέργεια του μεγά-κοσμου της ίδιας της ζωής. Αν και δίπλα σ’ αυτές τις “προοδευτικες “εκκεντρικότητες υπήρχαν φωτεινές τότε παράλληλα εξαιρέσεις, όπως αυτές των Bacon ή Twombly, εντούτοις, αυτή η νεωτερική (και στη συνέχεια, μετα-νεωτερική) πραγματικότητα υπήρξε δυσάρεστη για όσους πίστευαν ακόμη στην ζωγραφική ως ουσιαστική έκφραση κι ως δημιουργική γλώσσα. Αυτοί αντέδρασαν απέναντι στο κλειστό σύστημα των νεωτερικών και πεισματικά δεν εγκατέλειψαν ποτέ την ζωγραφική.
Ήδη από τα χρόνια ’60-’70, παράλληλα με τον ακραίο πειραματισμό της avant-gard, μια γενιά νέων ζωγράφων αρνήθηκε να μπει στη νεωτερική λογική και συνέχισε να ζωγραφίζει τολμώντας τις δικές της ευρηματικές περιπέτειες μέσα σε ζωγραφικά πλαίσια. Αρνούμενη να πιστέψει αυτή η γενιά ότι «η τέχνη είναι νεκρή», σύνθημα κυρίαρχο στις δεκαετίες ’60 κι ’70, ότι η τέχνη είναι κυρίως μια βουλιμική έρευνα του νέου μόνο μέσα από την “πρωτοποριακή “περιπέτεια των υλικών (και τον γλωσσικό φορμαλισμό), επέμενε να μην διαχωρίζει φόρμα και ζωγραφικό περιεχόμενο, επέμενε να πιστέψει στο έργο τέχνης ως παρουσία κι όχι ως απουσία, επέμενε να ψάχνει την αλήθεια και το φως της εικαστικής έκφρασης μέσα στο σώμα της ζωγραφικής ή της γλυπτικής, επέμενε να αναζητά το παραδοσιακό μεν, αλλά ταυτόχρονα έτοιμο κι ανοιχτό στο διάλογο με το διαφορετικό και το καινούργιο, εικαστικό λόγο και γλώσσα. Στο πλαίσο αυτής της σθεναρής και ταυτόχρονα ουσιαστικής και ταυτοτικής καλλιτεχνικής σχέσης και πορείας, η οποία είχε «πιστούς» διεθνώς, κινήθηκε κι ο Γερμανός, Βερολινέζος συγκεκριμένα, καλλιτέχνης, Bernd Koberling.
Ζωγραφική: μια ανοιχτή ταυτότητα
Συντροφιά με άλλους τότε συνοδοιπόρους δημιουργικά ζωγράφους, όπως είναι οι Georg Baselitz, Markus Lüpertz και Jörg Immendorff,o Bernd Koberling εξαρχής θέλησε ταυτόχρονα και ν’ αντισταθεί, αλλά και να συνομιλήσει ειλικρινά με το πνεύμα της εποχής του.
Από τη μια δηλαδή δεν θέλησε ν’ αλλάξει την γλωσσική του ταυτότητα έκφρασης (παρέμεινε στην ζωγραφική γλώσσα), από την άλλη θέλησε ταυτόχρονα να συνομιλήσει με το κλίμα γύρω του που αναζητούσε έναν καινούργιο εικαστικό λόγο. Και τί έκανε; αντί να μπει στη μοδάτη τότε λογική των performances και installations, αναζήτησε το νέο επιστρέφοντας στις ίδιες τις ρίζες της ζωγραφικής ύπαρξης: στην ζωγραφική, όπως την αναφέρει ο Αριστοτέλης. Δηλαδή σαν γραφή, σαν εμπειρία, ίχνος, δράση του ζώντος υποκειμένου. Ακολούθησε με άλλα λόγια την εξής θέση: για να πας σίγουρα μπροστά και ν’ ανακαλύψεις καινούργια πράγματα, καλύτερα να επιστρέψεις στις ταυτοτικές σου ρίζες, να τις ξαναδιαβάσεις μέσα από το βλέμμα του νέου σου “τώρα”, όπως έλεγε κι ο Μπόρχες, και να ανακαλύψεις μέσα από αυτές μια νέα δυναμική στην έκφρασή σου. Γιατί η επιστροφή του Bernd Koberling δεν είχε ούτε έχει στοιχεία νοσταλγικής προσήλωσης στο παρελθόν. Το αντίθετο: είναι ένα παιχνίδι, μια νέα περιπέτεια, μέσα από το ξαναδιάβασμα, την επανα-ανακάλυψη της ζωγραφικής ταυτότητας, η οποία έτσι, μέσω αυτής της γόνιμης επιστροφής, διευρύνεται, ανανεώνεται, εμπλουτίζεται και διατηρεί ζωντανά και ποιοτικά τα σημεία σύνδεσης παρελθόντος και παρόντος. Πρόκειται για επανεκκίνηση της ζωγραφικής ζωής με διαφορετικά δεδομένα που όμως υπάρχουν μέσα στην ζωγραφική ύπαρξη, μέσα στην ιστορία και το παρόν της ζωγραφικής γλώσσας. Πρόκειται για μια αισθητική του «Ωραίου», όπως αυτό μπορεί να αναδυθεί από την επιστροφή του Οδυσσέα-καλλιτέχνη στην Ιθάκη της ζωγραφικής του ταυτότητας.
Συνεχίζεται η άρνηση της Μίμησης
Ο Bernd Koberling αρνήθηκε τον αντι-αισθητισμό της avant-garde, απελευθερώθηκε από την ενοχική κατηγορία του «ζωγραφίζειν», επανέφερε την ζωγραφική γλώσσα ως μέσον έκφρασης, αλλά δεν έπεσε στην παγίδα της Μίμησης. Είδε την ζωγραφική ως νέα ενέργεια, ως κατάβαση στα βάθη της ιστορικής κι υπαρξιακής ζωγραφικής συνείδησης και ταυτόχρονα ως ανάδυση απ’ αυτήν με νέα ενεργειακή δυναμική και ζωγραφικό ενθουσιασμό. Θυμίζει λίγο τον αλυσοδεμένο άνθρωπο στην σπηλιά του Πλάτωνα, που μόλις έφυγε από τις ψευδαισθήσεις των σκιών (εδώ οι αντι-ζωγραφικές ψευδαισθήσεις) κι ανακάλυψε το ηλιακό φως (εδώ τα βάθη της ζωγραφικής ζωής) θέλησε να επιστρέψει και στους άλλους αλυσοδεμένους για να τους μιλήσει για την εμπειρία του. Κάπως έτσι, με βάση τον ανωτέρω πλατωνικό μύθο, ο Bernd Koberling βυθίστηκε στα πιο κρυφά δωμάτια της ζωγραφικής του ταυτότητας κι αναδύθηκε απ’ αυτά προτείνοντας ένα ξαναδιάβασμα της ζωγραφικής ιστορίας μέσα από το βλέμμα και το βίωμα του παρόντος που ο ίδιος βρισκόταν.
Αναμειγνύοντας γόνιμα παρελθόν και παρόν, χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στην Ιστορία και το τεχνικό τώρα, δημιουργεί μια τέχνη ως έκφραση καθ’ εαυτή, ως ζωγραφική μοναδικότητα, επιβεβαιώνοντας έτσι τα λόγια του διακεκριμένου ιστορικού τέχνης, πρωταγωνιστή στην τέχνη της δεκαετίας του ’80, Χρήστου Ιωακειμίδη, ο οποίος είχε γράψει και τονίσει ήδη από το 1967: «Για να αιχμαλωτιστεί και να απεικονιστεί αυτή η βιομηχανικά προκατασκευασμένη πραγματικότητα, δεν αρκεί πια ο μορφολογικός εξοπλισμός του καλλιτέχνη. Μια κριτική νοημοσύνη, ένα κοινωνιολογικό αισθητήριο είναι τώρα απαραίτητα. […] Η πραγματικότητα αυτή γίνεται ορατή χρησιμοποιώντας ποιητικά στοιχεία δομής. […] Έτσι δημιουργήθηκε μια λαμπρή φαντασμαγορία, μια διαφορετική εικαστική γλώσσα που δεν έχει στοιχεία νέας τάσης, αλλά στοιχεία μαρτυρίας, μιας βιωματικώς ξανακερδισμένης ελευθερίας». Που απλά σημαίνει: ένας νεοπαραστατικός, μη μιμητικός λόγος, μια κινούμενη ποιητική γεωμετρία πολυεκφραστικότητας της εικαστικής ζωής.
Ο πίνακας ως ενσαρκωμένος εαυτός;
Ο Πίνακας, ως υλικό έκφρασης, αλλά κι ως χώρος δράσης, δεν είναι μόνο μια επιφάνεια στην οποία ο Koberling απλά εναποθέτει, δηλαδή δρα εκ των έξω, αφήνοντας ίχνη της ζωγραφικής του δράσης. Είναι ταυτόχρονα και χώρος, μ’ εσωτερική διάσταση κι εσωτερικό σώμα. Ο καλλιτέχνης εισέρχεται στον πίνακα, πηγαίνει ως το απύθμενο βάθος του, ταξιδεύει σε αυτό, ανακαλύπτει και ανακαλύπτεται, εξερευνά και αυτοεξερευνάται. Παλεύοντας και κινούμενος με την εσωτερικότητα του πίνακα, μπορεί να ανακαλύπτει τις μορφές, τα χρώματα, τις συνθέσεις, τα οποία και στην συνέχεια αφήνει να αναδυθούν στην οπτικότητα της επιφάνειας.
Γι αυτό και ο πίνακας δεν είναι μόνο ένας υλικός χώρος, είναι ένας μικρο-συμπαντικός χώρος που ενσαρκώνει τη μεγα-συμπαντική εμπειρία του ίδιου του καλλιτέχνη. Είναι ένας νοητικός και γήινος κόσμος ταυτόχρονα, μέσα και πάνω στον οποίο πλανώνται μ’ ασυνήθιστη ισορροπία οι μορφές, οι χειρονομίες, οι οπτασίες, η χρωματική εμπειρία και οτιδήποτε άλλο συνθέτει τον ζωγραφικό λόγο του Bernd Koberling. Τα χρωματικά παράδοξα, οι χρωματικές αντιθέσεις κι αρμονίες, οι χρωματικές σιωπές του άμεσου και υπαινισσόμενου ζωγραφικού του λόγου, μια συνύπαρξη ρεαλισμού, ονείρου, τρυφερότητας, εφιαλτικού φωτός, χρωματικής μονολεξίας και χορευτικών σιλουετών, δημιουργούν μια αίσθηση του όλου και του μέρους που συνυπάρχουν την ίδια στιγμή, ως μια αδιαίρετη ενότητα έκφρασης. Ανάλογο πνεύμα συμπαντικής εμπειρίας βρίσκουμε και στις μορφές των έργων του καλλιτέχνη. Δεν έχει κάποιος παρά να κοιτάξει τα έργα του για να το διαπιστώσει.
Μορφές ως εσωτερική κι εξωτερική εμπειρία
Ο μορφές στα έργα του Bernd Koberling κάποιες φορές εμφανίζονται σχεδόν αυτούσιες με το γραμμικό τους σχήμα θυμίζοντας κάποιο τοπία α ή β ή σκηνές από την ανθρώπινη πραγματικότητα και κάποιες άλλες φορές εμφανίζονται ως φευγαλέες σκιές που δίνουν την αίσθηση υποθαλάσσιων η υπέρ γήινων οντοτήτων, οργανικών σωμάτων. Αυτές οι μορφές θα μπορούσαν να θυμίσουν μικροοργανισμούς ζωής· είναι η ουσία, το απαύγασμα της μέσω του χρώματος και της ύλης εμπειρίας του καλλιτέχνη. Είναι ίχνη της χειρονομίας της περιπέτειας στο ζωγραφικό σύμπαν. Χρώμα και υλικό συνεργούν διανοίγοντας εσωτερικούς διαδρόμους στα έργα, οδηγώντας το βλέμμα του θεατή, αλλά και το νοητικό του μάτι, σε απόκρυφα μονοπάτια του ζωγραφικού θαύματος. Δεν μιλώ ούτε γι αποκρυφισμό ούτε για συμβολισμό. Μιλώ για τον ρεαλισμό της εσωτερικής ζωής του έργου που χάρις στην καλλιτεχνική χειρονομία μπορεί να ενώνεται με την εξωτερική του ζωή και συνυπάρχουν ως εικαστική πραγματικότητα.
Γιατί το έργο του Bernd Koberling δεν είναι απόμακρο απ’ τον θεατή. Θα μπορούσε να λειτουργήσει και σαν τον καθρέφτη μέσα από τον οποίο ο θεατής ανακαλύπτει τον εαυτό του. Η χρήση του μαύρου, του κόκκινου ή άλλων χρωμάτων δεν εξαντλούνται στα όρια της χρωματικής αισθητικής τους, δεν μένουν εγκλωβισμένα στην οποιαδήποτε οπτική ωραιότητα. Αντιθέτως, θέλουν να κεντρίσουν την ενέργεια, σωματική και νοητική, του θεατή, να του προκαλέσουν από ευχαρίστηση ως ανησυχία, απορία ή έκπληξη, κοντολογίς να του θέσουν ερωτήματα.
Οι μορφές στα έργα του Bernd Koberling είναι ανοιχτές στην πραγματικότητα, είναι ίχνη «μέθ-εξης» (από το ελληνικό «μετέχω»), όπου το δημιουργικό υποκείμενο συν-δημιουργεί μέσω της ενεργούς παρουσίας αυτού που κοιτάζει το έργο. Ο ενθουσιασμός του καλλιτέχνη γίνεται κι ενθουσιασμός του θεατή. Η έκρηξη του χρώματος, η δυναμική του, το άμεσο, αλλά κι υπαινισσόμενο, το φλογερό και σκοτεινό, το φωναχτό, αλλά και σιωπηλό του έργου, όπως εκφράζονται μέσα από την παρουσία των μορφών, ενσαρκώνουν μια πράξη μοιράσματος, γενναιοδωρίας, ριψοκίνδυνης καινοτομικής έρευνας, χρωματικής έκρηξης και εύστοχης φωτεινότητας. Χάρις σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά συνυπάρχει το μέσα με το έξω του έργου, η ζωγραφική πράξη γίνεται ενέργεια, περιπέτεια, περιπλάνηση, ανακάλυψη ανείπωτων εμπειριών του ζωγραφικού ασυνείδητου. Τροφή ενός διαρκούς προβληματισμού και διαλόγου μιας ρεαλιστικής (μετα)φυσικής. Είναι το σήμα κατατεθέν της ίδιας της δημιουργικής δράσης εν ρυθμώ και εν κινήσει.
Το εν ρυθμώ και το εν κινήσει
Ρυθμός και κίνηση είναι δυο βασικά εργαλεία που εισέρχονται στο ζωγραφικό βάθος και διευρύνουν τη ζωγραφική ταυτότητα, μετατρέποντάς την σε μια νέα ενεργειακή δημιουργική εστία. Η μνήμη κι η εμπειρία του παρόντος συνεργούν γόνιμα και γεννούν μια ζωγραφική πρόταση όπου χρώματα, υλικά, χειρονομίες, πάθος, νοητική περιπέτεια, εκφραστικότητα (δίχως ποτέ να γίνεται μανιερισμός ή επαναλαμβανόμενο στυλ), εκρηκτικότητα, αμεσότητα, ευθύτητα και ρυθμική κίνηση συνυπάρχουν δημιουργώντας ένα έργο που ξέρει να ισορροπεί ανάμεσα στην εσωτερική κι εξωτερική του πραγματικότητα.
Η ζωγραφική πράξη (action) Bernd Koberling ξέρει να προχωρά, αυτοαναιρούμενη κάποιες φορές συνειδητά, χωρίς ποτέ να γίνεται ναρκισσιστική (γι αυτό και δεν διακατέχεται από το σύνδρομο της έμμονης επαναληπτικότητας και ποικίλλει), παραστατική (αλλά όχι μιμητική), αμφισβητώντας διαρκώς τα δικά της όρια, αυτοερευνούμενη και ερευνώντας, μυστηριώδης, ελκυστική και όχι πάντα εύκολη, διαβάζοντας την πραγματικότητα από μέσα προς τα έξω, ονειρική, συμπαντική, γήινη, ανθρώπινη, προσφέροντας έναν κόσμο όπου το οργανικό και το συμπαντικό, το σκοτεινό και το φωτεινό συνθέτουν μια ζωγραφική γλώσσα πληθωρική και λακωνική ταυτόχρονα, ανήσυχη κι ήρεμη, με φιλική διάθεση απέναντι στο περατό, αλλά και το απέραντο της ζωής. Η ενεργοποίηση όλων των στοιχείων που δομούν μια σύνθεση, άλλοτε ως μια βιωματική ορμή (élan vital), για να χρησιμοποιήσω τον όρο του φιλοσόφου Henri Bergson, άλλοτε ως ενεργειακή δύναμη, άλλοτε ως γνωστή ή άγνωστη μορφοποίηση, άλλοτε ως ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο του εκάστοτε πίνακα, γεννούν στον θεατή έναν συνδυασμό αισθαντικής και πνευματικής ευχαρίστησης, μια γλωσσική περιπέτεια γεμάτη εκπλήξεις, γοητεία και ερωτηματικά, όπως ανεξερεύνητο όσο κι ελκυστικό είναι το μυστήριο της ίδιας της πραγματικότητας.
Εκφραστικοί κι «ανέκφραστοι», οι πίνακες του Bernd Koberling είναι βαθιά δεμένοι με το ταξίδι της ζωής και την δημιουργία μιας ουσιαστικής ζωγραφικής γλώσσας . Πρόκειται για έναν ζωντανό λόγο που ξέρει να σκάβει τα πιο μύχια και κρυφά βάθη της ζωγραφικής γης και να κάνει να αναδύονται από τα έγκατά της τα πολύτιμα μεταλλεύματά της ως φωτεινές, εκρηκτικές, γενναιόδωρες λάμψεις.
Βιβλιογραφία:
• Χρήστος Ιωακειμίδης (κείμενο καταλόγου), Νέοι ζωγράφοι και γλύπτες του Βερολίνο, Deutsche Gesellschaft fur Bildende Kunst, Αθήνα 1967
• Henri Bergson, L’evolution creatrice, Quadrige P.U.F. publ, Paris 2007 (και στα ελληνικά: Henri Bergson, Η δημιουργική εξέλιξη, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2005 )
Πλατωνος Πολιτεία
Αριστοτελης Ποιητική
Δημοσθένης Δαββέτας,
Καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης στο Παρίσι (Sorbonne και IESA),
διευθυντής προγράμματος “Europe” στο IESA, ποιητής, εικαστικός
7