“Δικτατορία του εφήμερου και σύγχρονη τέχνη”
Η διοργάνωση της FIAC, της Διεθνούς έκθεσης σύγχρονης τέχνης στο Παρίσι φέτος, έδωσε το τόνο που κυριαρχεί στην παγκοσμοιοποιημένη αγορά: έργα των Tim Neuger, Burkard Riemschneider, Olafur Elia, Paul Μac Carthy, πωλούνται σε τιμές που αρχίζουν από 800.000 δολάρια έως και ένα εκατομμύριο. Στους δε πλειστηριασμούς των διεθνών οίκων οι τιμές αυτές μπορούν να διπλασιαστούν ή και να τριπλασιαστούν ακόμη. Ποιοι είναι αυτοί που πληρώνουν τέτοια ποσά σε στιγμές παγκόσμιας οικονομικής κρίσης; Είναι κυρίως πάμπλουτοι βιομήχανοι, επιχειρηματίες συλλέκτες, τραπεζίτες η ακόμη και διάφορα ισχυρά ιδρύματα. Δίχως βέβαια να ξεχνάμε τους πλούσιους άραβες ή τα μουσεία του αραβικού κόλπου που ανταγωνίζονται τους δυτικούς στην αγορά της τέχνης. Το να αγοράζεις σύγχρονη τέχνη, έργα καλλιτεχνών όπως οι Jeff Koons, Damien Hirst, ή Paul Mac Carthy πάει να πει ότι έχεις επίγνωση του εφήμερου του επίκαιρου και του σεξουαλικά προκλητικού αυτών των έργων. Γιατί πως αλλιώς μπορεί να θεωρηθεί ένα τεράστιο (εικοσιπέντε μέτρων) φουσκωμένο πλαστικό Μπαλόνι με σεξουαλικό υπαινιγμό στην Place Vendome στο Παρίσι από κάτι το άμεσα προκλητικό; Το να αγοράζεις στη σύγχρονη τέχνη πάει να πει ότι επενδύεις ακόμη στο καταναλώσιμο και περαστικό στο φθαρτό και το συνειδητά εύθραυστο. Όλα αυτά τα «αξιοπερίεργα» έργα που εξαντλούνται στα όρια της εκτόνωσης και στερούνται πνευματικής άσκησης ή περιπέτειας (εξαιρούνται κάποιες σπουδαίες περιπτώσεις όπως οι kieffer Bazelitz) φτιάχνουν μία εικαστική γλώσσα που αντιτίθεται σε αυτό που είναι πραγματικά η τέχνη. Έχει χαθεί πια ο θεραπευτικός ρόλος που έδινε ο Αριστοτέλης στη Τέχνη είτε ο σωτηριακός που της έδινε μέσω της ομορφιάς ο Dostoyevsky, είτε ακόμα ο διαλογιστικός που της έδινε ο Joseph Beuys. Η σύγχρονη τέχνη χαρακτηρίζεται από ανεκδοτολογικά πειράματα της πλαστικής γλώσσας, από αστεϊσμούς και ειρωνείες αλλά και ένα κυνισμό που αφαιρεί κάθε αισθαντικότητα ή στοχαστική ανθρωπιά. Μιλούμε για την Βιομηχανία του αγοραίου χιούμορ. Και όσοι λίγοι έχουν καταφέρει κι αρνούνται αυτό το ισοπεδωτικό πνεύμα παραμένουν σε απευθείας διάλογο με αυτόν που ήταν και θα είναι πάντα η γνήσια τέχνη. Τι κάνει ένα έργο τέχνης αληθινό; κυρίως η ειλικρίνεια της εμπειρίας του δημιουργού κατατιθέμενη και στο περιεχόμενο και στη μορφή του έργου. Το προσωπικό βίωμα είναι μοναδικό γι’ αυτό και το έργο τέχνης έχει στοιχεία μοναδικότητας. Παιδί της μοντέρνας τέχνης, η σύγχρονη, αρνήθηκε την επαναστατική ευρηματικότητα της μοναδικότητας των νεωτερικών πατέρων όπως οι Picasso, Mattise, Dali, Miro, κι αφέθηκε στη λάγνα αγκαλιά της αγοράς και της επικοινωνίας. Δεν μπορεί να διανοηθεί κάποιος την ύπαρξη ενός κορυφαίου καλλιτέχνη δίχως να θεωρήσει δεδομένο ότι τον στηρίζει κάποιος πλούσιος γκαλερίστας ή ένας ισχυρός μηχανισμός επικοινωνίας. Σε σημείο μάλιστα που σήμερα εύκολα κάποιος μπορεί να διαπιστώσει ότι το εμπόριο τέχνης και τα μέσα επικοινωνίας καθορίζουν την αξία του έργου και του καλλιτέχνη. Έχει πάψει η σημερινή εικαστική δημιουργία να ΄χει την υπαρξιακή αγωνία ή την πνευματική ανάταση που ‘ναι προκλήσεις ενάντια στο θάνατο και στα πιο πεζά ανθρώπινα ένστικτα. Ο Antony Tapies ο μεγάλος ισπανός καλλιτέχνης έλεγε πώς όταν κάποιος έχει πονοκέφαλο μπορεί να ακουμπήσει ένα έργο τέχνης στο κεφάλι του και να θεραπευτεί. Και το πίστευε όπως το πίστευαν και τόσοι άλλοι της μοντέρνας εποχής. Μία τέτοια πρόταση σήμερα μάλλον βλέπω να προκαλεί σαρκαστικό γέλιο και ειρωνικά μειδιάματα. Στη σημερινή παγκοσμιοποίηση το έργο τέχνης είναι προϊόν χρηματιστηρίου, είναι γέννημα μιας «μικρό-ανατρεπτικής» διάθεσης καθότι όλους αυτούς τους ανατρεπτικούς καλλιτέχνες τους στηρίζουν και τους παράγουν οι πλούσιοι του καπιταλιστικού συστήματος. Το πρόβλημα με την σύγχρονη τέχνη είναι ότι κινδυνεύει εύκολα να παγιδευτεί στη λογική του εικαστικού ευφυολογήματος, να λειτουργήσει ως χρηματιστηριακή φούσκα, και να επιβάλλεται από τους ισχυρούς του συστήματος ως απολυταρχισμός, η δικτατορία του εφήμερου.
Δημοσθένης Δαββέτας
