Κείμενο για την Γλυπτικη του σπουδαίου Γερμανού γλύπτη Markus Luperz

Το κείμενο μου που μόλις δημοσιεύτηκε στο βιβλίο -κατάλογο του Πάρκου Γλυπτικής του Βούπερταλ για τον Markus Luperz. Here is in English my text for the book-katalogue in sculpture park in Wuppertal concerning the sculptures of Markus Luperz .

Τιτλος γενικος : Action sculpting -η δρώσα γλυπτική .

Η γλώσσα των αντικειμένων

Από την πρώτη στιγμή στην δεκαετια του ’80 που ήλθα αντιμέτωπος με τα γλυπτά του Marcus Luperz ενοιωσα μια σειρά από σκεψεις κι αναστοχασμούς να με κυριεύουν . Αυτές οι ίδιες που με ξανά κυρίευσαν βλέποντας τα γλυπτά που εκθέτει στο sculpturpark στο Wuppertal. Ποιες είναι αυτές ; Σας τις παραθέτω αμέσως εδώ από κάτω .
Η σχέση του Luperz με την ύλη και τα υλικά είναι μια σχέση που μας θυμίζει την βαθιά σχέση του ανθρώπου με την ύλη , είναι μια σχέση “μητρική” όπως μας λέει κι η ετυμολογία της λέξης: από το λατινικό mater που προέρχεται από το ελληνικό μήτηρ που σημαίνει μητέρα. Πρόκειται συνεπώς για μια σχέση ανάγκης επιβίωσης, μια σχέση που καθορίζει την καθημερινότητα και την κοινωνικότητα του ατόμου. Από την ύλη ο άνθρωπος αναδύεται, σ’ αυτήν προστρέχει να προφυλαχτεί, απ’ αυτή μαθαίνει τα μυστικά του πώς θα πορευτεί, αλλά κι αυτή χρησιμοποιεί σαν βάση κι αφετηρία για να χτίσει τον κοινωνικό πολιτισμό του, αλλά και την τεχνική του γλώσσα. Ο Marcus Luperz μας ωθεί με την γλυπτική του στο να αντιληφθούμε ότι ,απο την ύλη και την ιδιαίτερη αυτή σχέση του ανθρώπου μ’ αυτήν προήλθε κι η ανάγκη της δημιουργίας αντικειμένων, τα οποία θα βοηθούσαν στην προσαρμοστική επιθυμία και την φιλική συνύπαρξή του με το περιβάλλον και με την Φύση. Μέσω της ύλης ο άνθρωπος μαθαίνει καλύτερα τον εαυτό του κι έτσι φτιάχνει αντικείμενα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Τ’ αντικείμενα γενικως ,αλλά πιο ειδικά τα γλυπτά του Marcus Luperz , είναι ενσάρκωση ανθρώπινων αναγκών, επιθυμιών ή φαντασιών. Είναι η πρακτική ζωή μιας διαρκούς ευρηματικότητας και καινοτομίας. Τ’ αντικείμενα- γλυπτά είναι στοιχείο βασικό της καλλιτεχνικης του γλώσσας: η χρήση κι η σημειολογία τους είναι μέρος της έκφρασης της γλώσσας. Από αυτή την μαγική ή τελετουργική τους σημασία ως την μετατροπή τους σ’ αισθητική πρόταση, Τ’ αντικείμενα-γλυπτά ενσαρκώνουν την ιστορία του πολιτισμού στον χρόνο. Και τα γλυπτά του Luperz φέρουν μέσα και πάνω τους τον χρόνο , όχι σαν εξωτερική καταγραφή η εικονογράφηση γεγονότων , αλλά κυριως σαν εσωτερικό κι εξωτερικό βίωμα της μυθολογιας , της ιστοριας της τεχνης και του πολιτισμού , αλλά και του παροντος ως καθημερινότητα και κοινωνική εμπειρία . Απο την κλασική εποχή σ’ αυτη την φιλοσοφία στηρίχτηκε η τέχνη της γλυπτικής ως πλαστικός λόγος. Από το ρήμα γλείφω, που σημαίνει αφαιρώ ύλη, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης, προήλθε η γλυπτική. Ο Γλύπτης αφαιρεί ύλη και μέσα από την αφαιρετική πράξη εμφανίζονται οι μορφές. Είναι η διαδικασία της δημιουργίας ως «Μίμηση», όχι ως αντιγραφή , μιας και ο καλλιτεχνης μαθαίνει μιμουμενος την φύση αλλά δεν την αντιγράφει ,όπως και πάλι μας λέει ο Σταγειρίτης φιλόσοφος. Μέσω της γλυπτικης διαδικασιας κιβεμπειριας ο καλλιτέχνης μαθαίνει τον εαυτό του, αυτό-ανα-γνωρίζεται, αυτό-αναδύεται διαρκώς ως πραγματικότητα μορφών. Κι αυτό αναδύεται από την δουλειά και τα γλυπτά του Marcus Luperz . Η γλυπτική γι’αυτον είναι η έμπρακτη απόδειξη αυτής της διαρκούς αυτό-ανάδυσης του γλύπτη μέσω της γλυπτικής πράξης. Είναι η προσπάθειά του να κρατήσει ζωντανή την ταυτοτική και γήινη του σχέση με την ύλη. Δεν πρόκειται, και το τονίζω, για αντιγραφή εξωτερικών εικόνων της όποιας πραγματικότητας. Ειναι μια προσπάθεια ανα-γέννησης του εαυτού μέσω της τέχνης. Είναι μια προσπάθεια ανα-βίωσης της αρχετυπικής σχέσης ανθρώπου-ύλης. Και μια τέτοια προσπάθεια χαρακτήριζε τον Κλασικό Άνθρωπο, αλλά και την Αναγεννησιακή πρόταση, τον Διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό. Εδώ βέβαια ας ιδωθει ο όρος “ρομαντισμός” περισσότερο ως απόλυτη προσήλωση στην δημιουργία τέχνης και λιγότερο ως υπέρβαση που οδηγεί στην αυτοκαταστροφή . Ας ιδωθει ως η ενεργητική μελαγχολία που γονιμοποιεί και δεν λειτουργεί αρνητικά η παθητικά.

Η φιλοσοφία του σφυριού

Χρειάστηκε να έρθει ο Νίτσε κι η «φιλοσοφία του σφυριού» για να αρχισει να θρυμματίζεται η ειδωλοστοχαζομενη και ειδωλοπαραδεχομενη Τέχνη ως αντιγραφή της εξωτερικης πραγματικοτητας και ν’ αρχίσει η αποδόμησή της ως αντιγραφή εικόνων των πραγμάτων. Το «σφυρί» του Νίτσε κι η νεα αντίληψη με πρωταγωνιστές τον Πικάσο, τους κυβιστές, τους εξπρεσιονιστές, τους φωβιστές κ.τ.λ., άρχισε να χτυπά την ανα-παράσταση και να θέλει να ξαναγεννήσει την Τέχνη όχι ως τελική εικόνα, αλλά ως συνεχή κίνηση , ως εσωτερική κίνηση που πετυχαίνει την ενεργειακή επιστροφή στα υλικά που μπορεί να την συνθέσουν. Η «κριτική» αυτή στάση επετέθη στην figure ως απομίμηση και την αποδόμησε. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να την εξαφανισει και να φτάσει στην αφαίρεση . Αυτή την πορεία πήρε και η γλυπτική. Αυτήν την πορεία ακολούθησε και η Τέχνη του Marcus Luperz. Πέρασε στην γόνιμη στην δημιουργική αφαίρεση . Πέρασε στην λογική του να μείνει στο γλυπτό το αναγκαίο για πλαστική έκφραση . Από τα φυσικά υλικά και τα συνθετικά, πέρασε σε μια μείξη επιλεκτική μεταξύ τους. Στον πόλεμο αυτό της διαρκούς «κριτικής» εναντίον της αντιγραφικης αναπαράστασης αρχικα πρωτοπόρος ήταν η avant-garde. Αυτή ομως στην ξέφρενη πορεία της διέλυσε τα πάντα. Η ακρότητά της έφτασε μάλιστα στο σημείο να διατρανώσει «το τέλος της τέχνης» σαν σώμα και διακηρύσσει ότι η τέχνη είναι μόνο ιδέα ή concept. Οι Installations και οι performances φιλοδόξησαν να αντικαταστήσουν την γλυπτική, χρησιμοποιώντας τον όρο «πρόοδος». Αυτή η κατάσταση κυριάρχησε τα χρόνια του ’60 και του ’70. Χρειάστηκε να’ ρθουν τα χρόνια του ’80 και μια γενιά νέων καλλιτεχνών από διαφορετικές χώρες για να υπάρξει αντίσταση απέναντι σ’ αυτή την προαναφερθείσα ιδεολογική μάχη που ονειρευόταν το τέλος της τέχνης σαν σώμα πλαστικό , όπως έλεγε κι ο βασικός της πρωταγωνιστής, ο Marcel Duchamp. Πρωταγωνιστής αυτής της νεας γενιάς που’ θελε να μην ξεχάσει το ιστορικό παρελθόν και την γλωσσική ταυτότητα της τέχνης ήταν και ο Markus Lüpertz. Μαζί με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες όπως οι Penck , Georg Baselitz, Jörg Immendorff και κάποιους ακόμα, Ιταλούς, Αμερικανούς κ.τ.λ. αντέδρασε εναντίον της ακροτητας της avant-garde , εναντίον της α-σώματης τέχνης όπως την οδήγησε η ακρότητα της avant-garde και συνέβαλε τα μέγιστα στην εκ νέου επιστροφή μιας «ενσώματης» τέχνης.

Η «εν-σώματι» συνείδηση της τέχνης

Δεν επρόκειτο για μια νοσταλγική διάθεση εκ μέρους του Markus Lüpertz. Δεν επρόκειτο για επιστροφή ενός ειδωλολατρεμένου παρελθόντος. Όχι. Επρόκειτο για συνείδηση της ελευθερίας του καλλιτέχνη, ο οποίος, φτάνοντας λίγο πριν το τέλος του 20αι., ανακαλύπτει ότι υπάρχει ένα πλούσιο υλικό στην ιστορία της τέχνης και του πολιτισμού κι αποφασίζει να το χρησιμοποιήσει στην δουλειά του. Συνειδητοποιώντας την ελευθερία του, ο καλλιτέχνης λειτουργεί επιλεκτικά: παίρνει ό, τι θέλει (εικονογραφία, χρώμα, υλικό, λεπτομέρειες, ατμόσφαιρα) από το ιστορικό παρελθόν (το παίρνει επιλεκτικά κι όχι κατ’ ανάγκην με χρονική ακολουθία) και το αναμειγνύει με πιο σύγχρονες εικαστικές εμπειρίες, ακολουθώντας απλώς το απελευθερωμένο κι απενοχοποιημένο υποκειμενικό δημιουργικό του κριτήριο, δίχως τους όποιους ως τότε περιορισμούς της avant-garde. Γεννιέται έτσι μια νέα εικαστική πρόταση όπου όλα, και τα πιο παράδοξα και ετερόκλητα στοιχεία, μπορούν να συνυπάρξουν γόνιμα στο πλαίσιο μιας εικαστικής πραγματικότητας. Η εν-σώματι γλυπτική του Markus Lüpertz επαναφέρει ό, τι ήταν ξεχασμένο κι απαγορευμένο. Επαναφέρει την ίδια την ουσία της γλυπτικής του πλάθειν (από το ελληνικό ρήμα πλάσσω που σημαίνει κάνω κάτι με τα χέρια ). Υλικά, χρώματα, σχέδια, ιστορικότητα, πολιτισμική μνήμη, συνείδηση έκφρασης, ποίηση, μουσική, μυθολογία, οτιδήποτε έχει σχέση με την ιστορία της γλυπτικής πράξης επανενεργοποιούνται στην «εν-σώματι» γλυπτική του Markus Lüpertz. Παρελθόν και παρόν, υποκειμενικό κι αντικειμενικό, προσωπικό και συλλογικό, ιστορικό και μυθολογικό, φανταστικό και πραγματικό, όλα μαζί συνεργούν στην γλυπτική του Γερμανού καλλιτέχνη και δίνουν μια αίσθηση γόνιμης μείξης κλασικού και σύγχρονου, παραδοσιακού και καινούργιου, γνώριμου και καινοτόμου. Δεν έχει κάποιος παρά να δει τα γλυπτά του Kopf der Daphne, Mozart, Jason, Beethoven, Achilles, Odysseus, Hector, Fragonard, Judith, David-Tanzer,και να διαπιστώσει τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις. Χρώματα, υλικά, μορφές, χειρονομίες, όνειρα, παραμορφώσεις, ειρωνεία, ιστορία, αναμειγνύονται δημιουργικά στο πλαίσιο μιας υποκειμενικής κοσμογονικής συμπεριφοράς του καλλιτέχνη, δημιουργώντας μια νέα πλαστική γλυπτική ταυτότητα όπου παράδοση και καινοτομία συνυπάρχουν στην «εν-σώματι» κατάσταση των γλυπτών του. Η ελευθερία της πλαστικής γλώσσας του Markus Lüpertz, ως εκλεκτική, είναι μια ελευθερία που’ χει πλήρως απενοχοποιηθεί από τις απαγορεύσεις της νεωτερικής avant-garde. Δεν διστάζει μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις να εν-σωματώσει και δικά της επιτεύγματα, εφόσον τα χρειάζεται για την δράση της η γλυπτική του πράξη. Αυτή η βαθιά ανάγκη για μια νέα ελευθερία διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη την ασταμάτητη Action Sculpting.

Η action sculpting

Όλα μοιάζουν να ξεκινούν από κάτι πραγματικό στην περίπτωση του Markus Lüpertz. Φωτογραφία, γλυπτική μορφή, ιστορική εικόνα, εικόνα της καθημερινότητας, οτιδήποτε πραγματικό μπορεί να τον κεντρίσει αρχικά. Και δουλεύοντάς το, ενστικτωδώς το αλλάζει. Η γλυπτική του δεν στηρίζεται σε concepts, δεν στηρίζεται σε προκαθορισμένες εξωτερικές ιδέες, αλλά σε αισθήματα (feelings).Το «πραγματικό» δεν παίζει τον ρόλο κάποιου motif, το οποίο και γίνεται ο αυτοσκοπός της action sculpting. Αντίθετα, γίνεται κάτι σαν όχημα στην δημιουργία των έργων του. Κάθε σημάδι (sign) της καθημερινότητας μπορεί να συνδυαστεί με φυσικό, πολιτισμικό, ιστορικό ή μυθολογικό στοιχείο κι όλα μαζί να συνθέσουν τα γλυπτά του. Το «πραγματικό» είναι η αφετηρία, το έναυσμα δράσης της δουλειάς του Markus Lüpertz. Γίνεται το υλικό της action sculpting του, η οποία και το παραμορφώνει δημιουργικά, το γονιμοποιεί μεταμορφώνοντάς το σε κάτι μετα-ιστορικό, σε κάτι νέο, καινοτόμο, που εμπεριέχει θεμελιώδεις ρίζες του παλαιού και του παραδοσιακού. Πρόκειται για μια δημιουργική ανατροπή, όπου η προσωπική δημιουργία δεν παίρνει ποτέ τις διαστάσεις του μηχανοποιημένου, δεν γίνεται ποτέ τεχνική εμμονή ούτε σωματοποιημένο στυλ. Κι αυτό γιατί η ίδια η action sculpting ως ζωντανός τρόπος δράσης, ανοιχτός, ευαίσθητος κι αντιληπτικός στην ζωή, δεν κλείνεται ποτέ σε μια εμμονική επανάληψη. Το αντίθετο: ανατρέπει την εξωτερικότητα του «πραγματικού» και εισέρχεται στην εσωτερικότητά του με τέτοιο τρόπο ώστε ο θεατής να μην μπορεί να διαχωρίσει το μέσα από το έξω. Τα γλυπτά του Markus Lüpertz είναι ταυτόχρονα και μέσα κι έξω, είναι ένα κοινωνικό σώμα στο οποίο το ένστικτο και η επιθυμία εμπειρίας συνυπάρχουν. Η σχέση της action sculpting με την φύση, την ιστορία της τέχνης και την γλυπτική ταυτότητα είναι τόσο στερρή ώστε γεννιούνται έργα μιας διαρκούς μετά-πλασης.

Ξυπνώντας την κίνηση

Αν δεν εισέλθεις στο σώμα, την καρδιά και την ψυχή των χρωμάτων και των υλικών, αν δεν ακούσεις την φωνή της Ιστορίας και τα ποδοβολητά της κίνησής της, αν δεν γνωρίσεις τι υπάρχει πίσω από τα ονόματα και τους φωτισμούς των μορφών, τότε ποτέ δεν θα νοιώσεις ότι κάθε χρώμα ή υλικό έχει κίνηση και ζωή, έχει δύναμη κι ενέργεια, έχει φωνή και θέλει να εκφραστεί. Αυτά θέλει να μας πει με τα γλυπτά του ο Markus Lüpertz. Κι αυτά δεν μπορούν να επιτευχθούν δίχως την διάθεση και την βούληση του tenting . Θέλει να ζωντανέψει την κίνηση της ύλης έτσι ώστε η γλυπτική του πράξη να αυτό-αναιρείται διαρκώς, να ξεπερνά τα γνωστά της όρια, να διευρύνεται δίχως ποτέ να χάνει την ταυτότητά της ως πλαστική συμπεριφορά, ως πλαστική στάση. ​Όταν κοιτάζουμε ένα αντικείμενο, μιλούμε γι αυτό δίχως συνήθως να συμπεριλάβουμε και την σκιά του. Αν τώρα στραφούμε μόνο στην σκιά, αν το βλέμμα μας μείνει εκεί, τότε θα αντιληφθούμε μια άλλη διάσταση του αντικειμένου. Ίσως η σκιά να’ ναι η ουσιαστική ζωή του αντικειμένου. Να’ ναι η κίνηση της ζωής του.
Συνεπώς, φαίνεται να μας λέει ο Markus Lüpertz ότι η αληθινή εικόνα του έργου τέχνης γεννιέται από το μάτι. Είναι το μάτι μας που δημιουργεί την εικόνα, όπως μας λέει και ο Πλάτωνας. Μέσα από την κίνηση του ματιού γεννιέται η εικόνα. Διαμέσου αυτής της κίνησης δημιουργείται το έργο. Ενώνοντας την σκιά του «πραγματικού» στο σώμα του γλυπτού, μπορεί να επιτευχθεί η γέννηση ενός έργου μόνιμα εν κινήσει. Αυτή τη την δημιουργική εμπειρία του ματιού ζει ο θεατής. Μπορεί αυτός ο τελευταίος να θαυμάζει έτσι μια σειρά από γλυπτά, όπου από την πλαστική κινητικότητά τους (κι όχι από την conceptual-εννοιολογική μορφή τους) καταφέρνουν να προκαλούν μια διαρκή έκπληξη. Τα γλυπτά του Markus Lüpertz διαπερνοώνται από την ανάρμοστη αρμονία, την ανάρμοστη ομορφιά της θέσης του ματιού. Ο κόσμος και τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται στα μάτια μας. Τίποτα δεν πεθαίνει ακόμα κι αν κάποια στιγμή φύγει από το βλέμμα μας. Αλλά κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, είναι γιατί εμείς οι ίδιοι χάσαμε την ικανότητα του να το βλέπουμε. Σημαίνει ότι η φαντασία μας δεν ώθησε το μάτι μας να το δούμε. Αυτό είναι το μυστικό της τέχνης και της ζωής, μοιάζει να μας λέει με τα γλυπτά του ο Markus Lüpertz. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να πλησιάσουμε τα έργα του: όταν κάτι δεν το βλέπουμε, δεν εξαφανίζεται, δεν είναι νεκρό, δεν έχει καταστραφεί. Ας ξαναβρούμε την ικανότητά μας να το βλέπουμε. Ας ξαναβρούμε την ικανότητά μας να ξανα-ανακαλύπτουμε. Να ανα-ανακαλύψουμε την ομορφιά της ζωής και της τέχνης, ακόμα και μέσα στην λύπη. Μαθαίνοντας από τα γλυπτά του .

Δημοσθένης Δαββέτας,
Καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης στο Παρίσι (Sorbonne και IESA),
διευθυντής προγράμματος “Europe” στο IESA, ποιητής, εικαστικός