Η πολιτική και ο Μινώταυρος
Ζούμε τον αγωνιώδη θάνατο της Πολιτικής; Είναι το βασικό ερώτημα που τίθεται πια άμεσα σ’ όλους τους ως τώρα πολιτικοποιημένους πολίτες. Φτάνει κάποιος να δει τις ευρωπαϊκές εκλογές και για παράδειγμα τις γαλλικές για να καταλάβει ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Αυτό που άλλοτε ονομαζόταν πολιτικό κλίμα κι έδινε προτεραιότητα στον πολιτικό λόγο και τις αντιπαραθέσεις προγραμμάτων κι οραμάτων, τώρα μοιάζει περισσότερο μ’ έναν πόλεμο που στοχεύει στην καταστροφή του υποψηφίου ως πολιτικού-φυσικού προσώπου με χτυπήματα συνήθως κάτω από τη μέση και τα οποία δεν αφορούν τα ζητήματα που καίνε τους πολίτες στην καθημερινότητά τους. Στον πολιτικό πόλεμο τώρα «λαμβάνει μέρος» κι η δικαιοσύνη, η οποία μέχρι σήμερα θεωρητικά ήταν ουδέτερη. Στην Γαλλία που αναφέραμε ήδη, το «σκάνδαλο» Φιγιόν βγήκε λίγο μετά που ο τελευταίος εκλέχτηκε (ως έκπληξη) με μεγάλη πλειοψηφία υποψήφιος του κόμματος για τις προεδρικές εκλογές και λίγο πριν αυτές γίνουν. Κι επειδή αυτός αντέχει στις επιθέσεις, η σκανδαλολογία συνεχίζεται. Σταγόνα-σταγόνα ως τη μέρα των εκλογών, όλο και νέα «μικροσκάνδαλα» παρουσιάζονται. Θα μου πείτε: δεν είναι σωστό; Ναι, θα σας απαντήσω. Όμως, ο νόμος λέει ότι όσο η όποια πιθανή κατηγορία βρίσκεται σ’ ανακριτικό στάδιο, απαγορεύεται να βγαίνουν πληροφορίες προς τα έξω. Αυτό όμως γίνεται. Κι είναι παράνομο. Όσο ο Φιγιόν αντέχει και θα βελτιώνει τα ποσοστά του τόσο θα υπάρχουν διαρροές του φακέλου. Ποιος το υποκινεί; Οι υποψίες πέφτουν πάνω στην σοσιαλιστική κυβέρνηση και στις υπόγειες σχέσεις της με δικαστές. Άλλωστε ο ιδιος ο Φιγιον κατηγόρησε προσωπικά τον Φρανσουαζ Ολάντ για “κρατικό σκάνδαλο” θεωρώντας τον υπεύθυνο της παράνομης διακίνησης δικαστικών στοιχείων . Ο Φιγιον στηρίχτηκε στο βιβλίο τριών δημοσιογράφων που σε πρόσφατη προδημοσίευση τους υποστήριξαν την ύπαρξη ενός” σκοτεινού ” δωματίου στο προεδρικό Μέγαρο μ α’πευθειας σύνδεση με το υπουργείο εσωτερικων για ναχει ο Ολάντ προσωπικά πλήρη ενημέρωση των δικαστικών φακέλων των πολιτικών του αντιπάλων .
Δίπλα σ’ όλα αυτά έχουμε τους κανόνες του διαδικτύου: οι κατασκευασμένες πληροφορίες (fake news) είναι μέρος της στρατηγικής αποδυνάμωσης του αντιπάλου. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να τις εξακριβώσει. Κι αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος παραπληροφόρησης και χειραγώγησης όπως έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο. Πολλοί αναρωτιούνται αν πράγματι οι πολιτικοί αποφασίζουν ή πίσω απ’ αυτούς βρίσκονται τα κέντρα αποφάσεων: το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα παγκοσμιοποιημένα κέντρα. Αλλά κι όταν αυτοί μιλούν στο κοινό χρησιμοποιούν πια κυρίως γλώσσα συγκίνησης κι όχι ορθολογισμού που χρειάζεται κάποιο πολιτικό πρόγραμμα. Και σαν τέτοια που’ ναι εκ φύσεως η πολιτική γλώσσα του συναισθήματος, μπορεί και μεταβάλλεται σύμφωνα με τις περιστάσεις. Άλλα λέμε κι άλλα κάνουμε. Το ξέρουμε από την ελληνική πολιτική, το ξέρουμε από τον Ολάντ, αλλά και βλέπουμε να το εφαρμόζει ο Μακρόν, ο οποίος στο πρόσφατο ντιμπέιτ δε σταματούσε να μοιράζει φιλοφρονήσεις και να συμφωνει αρχικα μ’ολους πριν στην συνέχεια διαφοροποιηθεί διακριτικά ή θεσμικά.
Πολλοί θα πουν ότι έτσι είναι η σημερινή πραγματικότητα. Και θ’ απαντήσω: δυστυχώς. Γιατί το σοβαρό είναι πως η ανικανότητα, η αδυναμία, η διαφθορά και το ψέμα κυριαρχούν πολιτικά. Πρόκειται για μια επικίνδυνη εκ βαθέων αλλαγή: για την αντικατάσταση της πολιτικής τέχνης (κυβέρνηση πολιτικών υποκειμένων, με γνώση και συνείδηση) από ένα είδος μαριονετών και κλόουν, ένα είδος πολιτικών διασκεδαστών των μαζών όπου το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η επικοινωνιακή ή ναρκισσιστική τους εικόνα, η αντιπροσωπευτική συλλογικότητα, η δύναμη ενός ψεύτικου χαμόγελου κι η πονηριά λόγου και χειρονομιών. Ζητήματα σοβαρά όπως η κριση του πολυπολιτισμικού μοντέλου, η περιφερειακή κουλτούρα, το μεταναστευτικό ζήτημα, η τρομοκρατία, η ανεργία και ο σχεδιασμός του μέλλοντος, αντιμετωπίζονται στα γρήγορα δίχως πλάνο, με λίγες μόνο λέξεις, λες κι είναι επεισόδια μιας συντομης τηλεοπτικής σειράς. Η πραγματική πολιτική, αυτή που μας παρέδωσε ο Αριστοτέλης και που υπηρέτησαν μεγάλα ονόματα στην Ιστορία ως δυνάμεις του «Καλού» εναντίον του «Κακού», όλο και οδηγείται προς αγωνιώδη θάνατο. Η εύκολη συγκίνηση νικά τον ορθολογισμό. Ο λαϊκισμός χρησιμοποιεί την αμεσότητα στου συναισθήματος. Πώς θα βρούμε το νήμα της Αριάδνης για να γλιτώσουμε από τον Μινώταυρο της πολιτικής μετριότητας κι αθλιότητας τους παγκοσμιοποιημένου σήμερα;Να ένα βασικό ερώτημα που πρέπει ν ‘απαντηθεί !
Δημοσθένης Δαββέτας,
Καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης στο Παρίσι, ποιητής, εικαστικός