- Ποιο χρώμα ταιριάζει στην ιστορική συγκυρία, την οποία διανύουμε και θα προσπαθήσετε να αιτιολογήσετε την επιλογή σας;
Το χρώμα που εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως ταιριάζει είναι αυτό του μαύρου της βαθιάς νύχτας, γιατί ταιριάζει με τη γενικότερη ψυχολογία σήμερα των Ελλήνων. Μία ψυχολογία αρκετά αρνητική, δύσπιστη, εξωστρεφώς απαισιόδοξη, μία ψυχολογία καταγγελτική και μόνιμης διαμαρτυρίας, που δεν βρίσκει τίποτα θετικό από πουθενά και από κανέναν. Πρόκειται για το χρώμα της νύχτας, όταν έχουμε έλλειψη φεγγαριού από τον ουρανό και περπατάς ψηλαφιστά και φοβισμένα και κάθε θόρυβος ακόμα και ο απειροελάχιστος σου μοιάζει με απειλή. Αυτό είναι το πρώτο μέρος του χρώματος της ψυχολογίας μας. Είναι το μαύρο που φαίνεται. Όσο όμως η νύχτα προχωρά, όσο το μάτι μαθαίνει να βλέπει και να ξεχωρίζει του ίσκιους των πραγμάτων γύρω του, άλλο τόσο είναι πανέτοιμο, ασκημένο να δει το φως της αυγή που νομοτελειακά εμφανίζεται μετά από κάθε νύχτα. Θα έλεγα λοιπόν, πως το χρώμα που μας ταιριάζει κατά τη γνώμη μου σήμερα είναι το μπλε που αναδύεται μέσα από το μαύρο, γιατί η χώρα μας και κατά συνέπεια η ψυχολογία μας, μετά από φοβερές δυσκολίες και δοκιμασίες είναι έτοιμη να σταθεί εκ νέου στα πόδια της, παρά το πείσμα της αντιπολιτευτικής Κασσάνδρας που για λόγους ψηφοθηρικούς κρύβει το μπλέδισμα του μαύρου για την οικειοποίηση καθαρά δικών της και μόνο συμφερόντων.
- Αν έπρεπε να επιλέξετε έναν καλλιτέχνη για να αποτυπώσει την πολιτική, οικονομική και ηθική κρίση της Ελλάδας, ποιον θα προτείνατε;
Θα πρότεινα ένα περίεργο συνδυασμό δύο σπουδαίων Ελλήνων καλλιτεχνών της διασποράς, παγκοσμίου φήμης. Τον Λουκά Σαμαρά που ζει στην Νέα Υόρκη και που έχει εκφραστεί σχεδόν με όλα τα διαφορετικά μέσα τέχνης (φωτογραφία, σχέδιο, γλυπτική, ζωγραφική, φιλμ, γραφή κειμένων). Και ακόμα τον Γιάννη Κουνέλη που έχει σαν βάση του τη Ρώμη και που ταξιδεύει παντού στον κόσμο, κάνοντας εκθέσεις ζωγραφικής. Θα έβαζα και τους δύο αυτούς σπουδαίους εικαστικούς μαζί σε ένα σώμα. Ο μεν Λουκάς Σαμαράς, γιατί με τα άγρια αυτό-αναλυτικά, αυτό-διαλυτικά του έργα, τα άμεσα και ωμά, εκφράζει τον ψυχισμό μας σήμερα στην κρίση. Ο δε Γιάννης Κουνέλης, γιατί μέσα από έναν άριστα ισορροπημένο συνδυασμό ανατολικών και δυτικών επιρροών (αυτό δηλαδή που αποτελεί την ελληνική πολιτισμική μας ταυτότητα) μπορεί να δείξει το δρόμο και τη δημιουργική διέξοδο στους αγχωμένους και δυσαρεστημένους συμπατριώτες μας. Μπορεί να δείξει, πως το τραύμα μετατρέπεται σε δύναμη αυτογνωσίας και αυτή με τη σειρά της μπορεί να γίνει εργαλείο εξωστρεφούς γόνιμης δημιουργικότητας κάτι που χρειάζεται σήμερα ο τόπος μας.
- Μοιράζετε τον χρόνο σας και τις δραστηριότητές σας μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας. Πώς αντιμετωπίζετε την Ελλάδα ως «Γάλλος» και τη Δυτική Ευρώπη ως «Έλληνας»;
Ζώντας σε μία εβδομάδα ταυτόχρονα σε δύο χώρες και μάλιστα, ζώντας έτσι μονίμως τα τελευταία περίπου εικοσιπέντε χρόνια, μπορώ να πω, ότι έχω δική μου αποστασιοποιημένη και αντικειμενική ματιά για τις δύο «ταυτότητές» μου, για τις δύο μου «πατρίδες». Και βάζω τις λέξεις αυτές σε εισαγωγικά γιατί μετά από τόσα χρόνια ζωής γνωρίζω πια συνειδητά σήμερα, πως έχω μία και μόνο πανίσχυρη πανίσχυρη πατρίδα, βαθιά ριζωμένη μέσα μου, την ελληνική. Ως Έλληνας λοιπόν, βλέπω τη Γαλλία μία χώρα του ορθολογισμού, της ορθολογικής σκέψης κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει πραγματισμός και αντικειμενικά κριτήρια στην οργάνωση της καθημερινής ζωής, τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Ο Γάλλος πρώτα σκέφτεται, κάνει τα πλάνα του (πράγμα που υπονοεί μία μορφή αυτογνωσίας) και μετά τα προβάλει προς τα έξω, αναζητώντας την κατάλληλη στρατηγική για να τα προγραμματίσει. Αυτό βέβαια αφαιρεί συχνά την έκπληξη, τον θαυμασμό και το αυθόρμητο. Φανερώνει δυσκολίες προσαρμογής και ανελαστικότητα των ειλημμένων αποφάσεων στην πράξη. Φανερώνει επίσης ότι το συναίσθημα δεν κυβερνά, αλλά κυβερνάται από την αντικειμενική λογική που είναι συλλογικά αποδεκτή από τη γαλλική κοινωνία. Αυτή η πραγματικότητα δείχνει τη Γαλλία, μία χώρα προγραμματισμένη, μεθοδική με έμφαση στον πολιτισμό, την έρευνα και την καινοτομία και είναι πρωτοπόρα σε αυτά τα πράγματα στην Ευρώπη. Σαν «Γάλλος» τώρα βλέπω την Ελλάδα μία χώρα που το συναίσθημα υπερέχει της λογικής. Υπάρχει κυρίως προσωπική, ατομική λογική που καθορίζεται από τη συναισθηματική ένταση του εκάστοτε πολίτη. Δίπλα σε αυτό υπάρχει η χαρά, το αυθόρμητο, ο ενθουσιασμός υπάρχει μία νεανικότητα και ενέργεια φαντασίας (έστω κι αν πολύ συχνά είναι υπερβολική) που μπορούν να κάνουν ευχάριστη μία ανθρώπινη συνάντηση. Το ανθρώπινο στοιχείο είναι βασικό στην Ελλάδα. Κι αυτό είναι καλό. Δεν συνδυάζεται όμως με θεσμική συνείδηση, οργάνωση και πειθαρχία. Κι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Δεν υπάρχει ψύχραιμη, αποστασιοποιημένη ματιά στα γεγονότα. Και ακόμα δεν υπάρχει σφαιρική εικόνα των πραγμάτων. Μιλάμε πολιτικά, θέλουμε να ήμαστε στην Ευρώπη αλλά δεν θέλουμε να καταλάβουμε και τις υποχρεώσεις μας ως Ευρωπαίοι. Δεν μπορεί να ήμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να μην γνωρίζουμε το πως είναι η ψυχολογία των λαών της και η λειτουργία των θεσμών της. Νομίζουμε, ότι όλα ξεκινούν από εμάς και καταλήγουν σε εμάς. Και αυτό είναι λάθος φιλοσοφικό, λάθος στρατηγικής, λάθος πολιτικού προσανατολισμού. Θα πρέπει να μάθουμε να ισορροπούμε μεταξύ του εαυτού μας και των άλλων. Αυτή είναι η φιλοσοφία της σύγχρονης ζωής. Αλλιώς θα ήμαστε μονίμως στο περιθώριο.
- Ποια είναι η κυβερνητική εικόνα που προβάλλουν τα γαλλικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τους τελευταίους μήνες, αναφορικά με την χώρα μας; Σε πιθανές εύκολες κατηγορίες τι τους απαντάτε;
ΤαΓαλλικά μέσα ενημέρωσης έχουν γενικώς μία θετική εικόνα για την πορεία της οικονομίας σήμερα της χώρας μας. Πολλά άρθρα σε έγκριτες εφημερίδες όπως η Monde και η Figaro μιλούν για την επιτυχία της εξόδου στις αγορές και την εμπιστοσύνη που έχει πια ξανακερδηθεί από τους εταίρους λόγω της σταθερής πορείας της οικονομίας μας και των μεταρρυθμίσεων που γίνονται, σημειώνοντας βέβαια πως όλα αυτά επιτεύχθηκαν κυρίως με θυσίες και αντοχές του ελληνικού λαού. Η κρίση όμως έχει αφήσει ένα είδος κρυφής αμφιβολίας. Πολλοί αναρωτιούνται αν η Ελλάδα έφυγε οριστικά από την κρίση ή αν ανά πάσα στιγμή μπορεί να βυθιστεί ξανά. Αυτό συνδέεται με μία εικόνα κλισέ, που έχουν γενικά Γάλλοι και Ευρωπαίοι για την Ελλάδα. Ότι δηλαδή είναι μία χώρα που αρέσκεται στην εύκολη κατανάλωση, που δεν είναι οργανωμένη και μεθοδική, που έχει ασταθή οικονομία. Κι αυτό δεν σιγουρεύει τους Γάλλους. Λένε μάλιστα πως ακόμα η Ιταλία και η Ισπανία, χώρες του νότου που επίσης πέρασαν κρίση, κατάφεραν να οργανωθούν γρηγορότερα και να αντιδράσουν καλύτερα από την Ελλάδα. Εγώ τους απαντώ ότι η Ελλάδα αν και διαφορετικής νοοτροπίας απ’ αυτούς ότι είναι χώρα εργατική, παραγωγική, με ελευθερία και φαντασία, στοιχεία θεμελιώδη για ποιότητα ζωής. Και τους καλώ με την πρώτη ευκαιρία να γνωρίσουν τη χώρα μας. Συνήθως μένουν ευχαριστημένοι και προβληματίζονται θετικά.
- Ως σύμβουλος του Αντώνη Σαμαρά σε θέματα πολιτισμού, πόσο λειτουργικός και καθοριστικός είναι ο ρόλος σας; Ποιες είναι οι προτεραιότητες, οι οποίες πρέπει να δρομολογηθούν, ώστε η ελληνική δημιουργία να εξαχθεί στο εξωτερικό με όρους ισότιμης σχέσης με τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Ο ρόλος μου ως σύμβουλος του Αντώνη Σαμαρά, του πρωθυπουργού, συνιστάται στο να του εισηγούμαι ιδέες και project που στόχο έχουν την εξωστρεφή παρουσία του σύγχρονου Έλληνα πολίτη. Έχω επικεντρωθεί στο σύγχρονο κομμάτι γιατί πιστεύω ότι αυτό έχει πιο πολύ ανάγκη από το αρχαίο που έτσι κι αλλιώς έχει την πορεία του. Το λάθος που συχνά έκαναν οι διάφοροι Υπουργοί Πολιτισμού είναι, ότι ίσως λόγω έλλειψης γνώσης της κοινωνίας των τεχνών (και εδώ μιλώ για την πραγματική σχέση με καλλιτέχνες και καλλιτεχνικά δρώμενα, που δεν έχουν συνήθως οι παραδοσιακοί πολιτισμοί καριέρας) μιλούν μόνο για τα αρχαία ή δίνουν βάρος μόνο στις πολιτισμικές υποδομές. Το ξαναλέω είναι λάθος. Χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ τώρα να δοθεί ο λόγος στους σύγχρονους καλλιτέχνες γιατί αυτοί είναι το πραγματικό κεφάλαιο, αυτοί είναι που θα βγάλουν προς τα έξω την σύγχρονη Ελλάδα. Κι αυτό χρειάζεται στήριξη του Υπουργού Πολιτισμού αλλά και στήριξη χορηγών. Μία νομοθεσία που θα διευκόλυνε αυτή την πολιτική θα βοηθούσε πολύ. Για παράδειγμα αναφέρω ότι το Λούβρο ή το Μέγαρο Ποπιντού στη Γαλλία μόνο κατά 30% περίπου είναι δημόσιο. Τα υπόλοιπα χρήματα τους είναι ιδιωτικά και το έργο που παράγεται είναι καταπληκτικό.
- Θέλω να επιμείνω. Συμφωνείτε συνολικά με τις επιλογές του πρωθυπουργού ή υπάρχουν στιγμές που του διατυπώνετε τις ενστάσεις σας;
Ο Πρωθυπουργός μ’ ακούει, διαβάζει γενικά πάντα τις προτάσεις μου και ενημερώνεται λεπτομερώς, στο τέλος όμως αυτός αποφασίζει. Είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε ζητήματα πολιτισμού και τον θεωρεί σταθερή αξία της χώρας μας που πρέπει να αξιοποιηθεί καλύτερα.
- Πώς θα αντιδράσετε στο γεγονός όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κληθεί από το εκλογικό σώμα να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας;
Ας δούμε πρώτα αν έρθει. Αν έρθει όμως όπως λέτε θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν θα εφαρμόσει την «τρομοκρατική» λογική της αριστεράς, όπως τη γνώρισα ως τώρα στα Πανεπιστήμια, δηλαδή όποιος δεν ήταν δικός μας ήταν κομμένος. Θα πρέπει να δει τον πολιτισμό ως πηγή ενέργειας και δημιουργίας πέρα από κομματικές πολιτικές. Προσωπικά έχω τις αμφιβολίες μου αν θα το κάνει, γιατί βίωσα επανειλημμένα αυτού του είδους τους πολιτικούς εξοστρακισμούς. Ας αφήσουμε όμως το χρόνο να δείξει, εγώ πάντως θα είμαι μονίμως ενεργός καλλιτέχνης στην καλύτερη εξωστρεφή εικόνα της πατρίδας μου.